Επίδομα Ανεργίας

Επίδομα Ανεργίας

Τα επιδόματα ανεργίας είναι εγγυημένα βάσει του Νόμου Κοινωνικής Ασφάλισης.

Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται σε μισθωτούς μεταξύ 16 και 63 ετών, για κάθε περίοδο ανεργίας. Τα πρόσωπα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλισης για τη σύνταξη γήρατος στην ηλικία των 63 ετών, έχουν το δικαίωμα να αντλήσουν επιδόματα μέχρι την απαιτούμενη ημερομηνία, αλλά σε καμία περίπτωση μετά την ηλικία των 65 ετών. Οι αυτοαπασχολούμενοι δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας .

Ένας άνεργος πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις ασφάλισης: να είναι ασφαλισμένος για τουλάχιστον 26 εβδομάδες μέχρι την ημερομηνία της ανεργίας, να έχει καταβληθεί η βασική ασφάλιση μέχρι την ημερομηνία της ανεργίας όχι μικρότερη από 26 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και να έχουν καταβληθεί και/ή συγχωνευθεί ασφάλιση για το σχετικό έτος εισφοράς ίση με τουλάχιστον 20 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να είναι ικανός και διαθέσιμος για εργασία και πρέπει να αναφέρεται εβδομαδιαία στο γραφείο ευρέσεως εργασίας. Αν η ανεργία οφείλεται σε εθελοντική αποχώρηση, παράβαση καθήκοντος, η άμεση συμμετοχή σε εμπορική διένεξη, ή σε άρνηση προσφοράς κατάλληλης εργασίας, αρνείται ή παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να λάβει επαγγελματική κατάρτιση, ο ασφαλισμένος μπορεί να αποκλειστεί από το επίδομα ανεργίας έως και έξι εβδομάδες.

Για να δικαιούται ξανά ένα πρόσωπο το επίδομα ανεργίας (μετά την λήξη του δικαιώματος), πρέπει να έχει καταβάλει εισφορές επί των αποδοχών τουλάχιστον 26 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την ημερομηνία λήξης και επίσης πρέπει να έχει παρέλθει μια περίοδος 26 εργάσιμων εβδομάδων από την ημερομηνία της λήξης. Άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών μπορούν να έχουν ξανά το δικαίωμα για το επίδομα ανεργίας σε 13 εβδομάδες αντί για 26 εβδομάδες.

Το επίδομα ανεργίας αποδίδεται με παρόμοιο τρόπο όπως και τα επιδόματα ασθενείας και καταβάλλεται για μέγιστο χρονικό διάστημα 156 ημερών. Το επίδομα ανεργίας αποτελείται από ένα βασικό επίδομα και ένα συμπληρωματικό επίδομα που υπολογίζεται σε εβδομαδιαία βάση. Η εβδομαδιαία βασική παροχή είναι ίση με το 60% του μέσου όρου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Με την ενσωμάτωση του συμπληρώματος προστατευόμενων μελών, το βασικό επίδομα αυξάνεται σε 80%, 90% και 100% για ένα, δύο ή τρία προστατευόμενα μέλη αντίστοιχα (κατ’ ανώτατο όριο τρία προστατευόμενα μέλη, 20% για τον/την σύζυγο ή το πρώτο προστατευόμενο μέλος). Ένας σύζυγος θεωρείται προστατευόμενο μέλος εάν λαμβάνει μισθό ή επίδομα σε ποσοστό χαμηλότερο από την αύξηση για το προστατευόμενο μέλος. Η εβδομαδιαία συμπληρωματική παροχή ισούται με το 50% του μέσου όρου των εβδομαδιαίων αποδοχών που υπερβαίνουν τις βασικές ασφαλιστέες αποδοχές (€174,38) και για τις οποίες το άτομο έχει καταβάλει εισφορές κατά το τελευταίο έτος εισφορών. Το μέγιστο ποσό του εβδομαδιαίου συμπληρωματικού επιδόματος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εβδομαδιαίες βασικές ασφαλιστέες αποδοχές. Το μέγιστο ποσό των εβδομαδιαίων ασφαλιστέων αποδοχών είναι €1.046.

Πηγές: Νόμος Κοινωνικής Ασφάλισης του 2010 (59(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε

loading...
 
 
 
Loading...