Κοινωνική ασφάλιση

συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων

Όλες οι ασφαλισμένοι (μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι και προαιρετικά ασφαλισμένοι) δικαιούνται σύνταξη γήρατος. Η τρέχουσα ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 65 έτη. Υπό ορισμένες συνθήκες, ένα άτομο μπορεί να πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης στην ηλικία των 63 ετών. Για τους ανθρακωρύχους, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 63 έτη. Οι ανθρακωρύχοι με τουλάχιστον τρία έτη απασχόλησης δικαιούνται σύνταξη γήρατος ένα μήνα νωρίτερα από την κανονική ηλικία συνταξιοδότησης για κάθε πέντε μήνες εργασίας σε ένα ορυχείο, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποσυρθεί από την εργασία εξόρυξης, ωστόσο δεν μπορούν να λάβουν τη σύνταξη πριν από την ηλικία των 58.

Ένας εργαζόμενος πρέπει να πληροί οι ακόλουθες προϋποθέσεις ασφάλισης για να έχει δικαίωμα για σύνταξη γήρατος: πληρωμένες ή συγχωνευμένες εισφορές για τουλάχιστον 676 εβδομάδες (13 χρόνια, οι εβδομάδες συνεισφοράς αυξάνονται σε 780 εβδομάδες μέχρι τον Ιανουάριο του 2017), πληρωμένες ή συγχωνευμένες εισφορές μέχρι την ηλικία συνταξιοδότησης τουλάχιστον ίσες με 676 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών (13 σημεία ασφάλισης, φθάνοντας τα 15 σημεία ασφάλισης, τον Ιανουάριο του 2017) και έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί εισφορές σε ποσοστό τουλάχιστον 30% για τα έτη από τις 5 Οκτωβρίου 1964 ή τις 7 Ιανουαρίου 1957 (όποιο από τα δύο είναι πιο ωφέλιμο) ή από την ηλικία των 16 ετών και μέχρι την τελευταία εβδομάδα εισφορών πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης.

Η σύνταξη γήρατος αποτελείται από ένα βασικό επίδομα και ένα συμπληρωματικό επίδομα που υπολογίζεται σε εβδομαδιαία βάση. Το εβδομαδιαίο βασικό επίδομα ισούται με το 60% του μέσου όρου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Με την ενσωμάτωση του συμπληρώματος προστατευόμενων μελών, το βασικό επίδομα αυξάνεται σε 80%, 90% και 100% για ένα, δύο ή τρία προστατευόμενα μέλη αντίστοιχα (κατ’ ανώτατο όριο τρία προστατευόμενα μέλη). Η σύζυγος θεωρείται προστατευόμενο μέλος αν ζει μαζί ή συντηρείται από τον ασφαλισμένο και δεν λαμβάνει σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ούτε ασκεί βιοποριστική εργασία. Ένας σύζυγος θεωρείται προστατευόμενο μέλος μόνο εάν είναι ανίκανος να συντηρήσει τον εαυτό του. Η εβδομαδιαία συμπληρωματική σύνταξη είναι 1,5% των εβδομαδιαίων βασικών αποδοχών κάλυψης καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του ασφαλισμένου έως τις μέγιστες εβδομαδιαίες αποδοχές κάλυψης. Το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών είναι σήμερα €174,38. Το μέγιστο ποσό των καλυπτόμενων αποδοχών είναι €1.046. Η σύνταξη γήρατος καταβάλλεται μηνιαίως σε δεκατρείς δόσεις (μία ανά τέσσερις εβδομάδες) κάθε έτος. Η ελάχιστη σύνταξη γήρατος ανέρχεται στο 85% της πλήρους βασικής σύνταξης.

Εάν ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης και δεν πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις για την σύνταξη γήρατος, τότε συνεχίζει να καταβάλλει εισφορές μέχρι να πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Σε καμία περίπτωση, δεν καταβάλλονται εισφορές μετά την ηλικία των 68, στην οποία ο ασφαλισμένος μπορεί να υποβάλει αίτηση για εφάπαξ ποσό γήρατος. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να έχουν καταβάλλει εισφορές για τουλάχιστον έξι έτη και τουλάχιστον 312 φορές τις εβδομαδιαίες βασικές αποδοχές κάλυψης. Το επίδομα γήρατος καταβάλλεται ως εφάπαξ σε ποσοστό 15% του συνόλου των εισφορών που έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί.

Η πρόωρη σύνταξη είναι διαθέσιμη για έναν ασφαλισμένο που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: την ηλικία των 63 ετών, την πληρωμή ή την συγχώνευση των εισφορών κατά τουλάχιστον 70% για τα έτη από τις 5 Οκτωβρίου 1964 ή 7 Ιανουαρίου 1957 (όποιο από τα δύο είναι πιο ωφέλιμο) ή από την ηλικία των 16 ετών και μέχρι την τελευταία εβδομάδα εισφορών πριν από την ηλικία σύνταξης, ή εάν ο αιτών δικαιούται σύνταξη αναπηρίας πριν από την ηλικία των 63 ετών, ή εάν ο αιτών ηλικίας μεταξύ 63 και 65 ετών έχει δικαίωμα σύνταξης αναπηρίας, εάν δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των 63 ετών. Οι ανθρακωρύχοι ηλικίας 58 ετών και άνω δικαιούνται πρόωρη σύνταξη ένα μήνα νωρίτερα από την κανονική ηλικία συνταξιοδότησης για κάθε πέντε μήνες εργασίας σε ορυχείο, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποσυρθεί από την εργασία σε ορυχεία. Η σύνταξη μειώνεται κατά 0,5% για κάθε μήνα που λαμβάνεται πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης και την ηλικία των 64 ετών (αυξάνεται στα 65 έτη το 2016).

Πηγές: §35-39 Νόμος περί Κοινωνικής Ασφάλισης του 2010 (59(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε

Επίδομα Εξαρτημένου προσώπου / επιζώντος

Το επίδομα προστατευόμενων/επιζώντων στην Κύπρο είναι εγγυημένο βάσει του Νόμου Κοινωνικής Ασφάλισης. Η σύνταξη ενός συζύγου καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο (χήρα/χήρο) με την πλήρωση των ακόλουθων όρων ασφάλισης. Ο ασφαλισμένος πρέπει είτε να λαμβάνει σύνταξη γήρατος είτε αναπηρίας (ή να πληροί τις προϋποθέσεις για αυτές τις συντάξεις) ή ο ασφαλισμένος πέθανε λόγω εργατικού ατυχήματος (οι ίδιες προϋποθέσεις θεμελίωσης ισχύουν για κάθε επίδομα ασθενείας).

Η σύνταξη χηρείας αποτελείται από ένα βασικό επίδομα και ένα συμπληρωματικό επίδομα το οποίο υπολογίζεται σε εβδομαδιαία βάση. Το εβδομαδιαίο βασικό επίδομα ισούται με το 60% του μέσου όρου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που το πρόσωπο που έχει λάβει κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Με την ενσωμάτωση του συμπληρώματος προστατευόμενων μελών, το βασικό επίδομα αυξάνεται σε 80%, 90% και 100% για ένα, δύο ή τρία προστατευόμενα μέλη αντίστοιχα (κατ’ ανώτατο όριο τρία προστατευόμενα μέλη). Η συμπληρωματική σύνταξη, στην περίπτωση της χήρας της οποίας ο σύζυγος λάμβανε σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας (ή θα είχε το δικαίωμα σύνταξης αναπηρίας, εάν είχε αναπηρία) είναι το 60% της επικουρικής σύνταξης αναπηρίας, την οποία ο θανών λάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβει.

Ένα εφάπαξ ποσό καταβάλλεται σε χήρα(-ο) αν οι όροι ασφάλισης δεν πληρούνται. Σε περίπτωση που ο θανών δεν έφθασε την ηλικία συνταξιοδότησης, το εφάπαξ ποσό καταβάλλεται εάν ο θανών είχε καταβάλλει βασική ασφάλιση ίση με τουλάχιστον 156 φορές τις εβδομαδιαίες βασικές ασφαλιστέες αποδοχές και έχουν περάσει 156 εβδομάδες από την ημέρα που αυτός/αυτή ασφαλίστηκε για πρώτη φορά. Στην περίπτωση που ο θανών λάμβανε σύνταξη γήρατος ή θα είχε λάβει, αν είχε αιτηθεί για τη σύνταξη, η ασφαλιστική κατάσταση είναι η ίδια όπως και για το εφάπαξ επίδομα γήρατος (που καταβάλλεται ως εφάπαξ ποσό). Η πληρωμή αυτή είναι το 15% της συνολικής αξίας των πόντων ασφάλισης της καταβληθείσας και συγχωνευμένης βασικής ασφάλισης και 9% της αξίας των πόντων ασφάλισης στο φορέα επικουρικής ασφάλισης του θανόντος. Εάν η χήρα συνάψει νέο γάμο, ένα εφάπαξ ποσό ίσο με τη σύνταξη ενός έτους, χωρίς αύξηση για προστατευόμενα μέλη.

Το επίδομα ορφανού καταβάλλεται σε ανήλικο: του οποίου οι γονείς είναι και οι δύο νεκροί, ή του οποίου οι γονείς χώρισαν και ο ένας, υπό την επιμέλεια του οποίου είναι το ανήλικο, είναι νεκρός, ή του οποίου ο ένας γονέας πέθανε και ο επιζών γονέας δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας, ή του οποίου η χήρα μητέρα, που λάμβανε σύνταξη χηρείας, ξαναπαντρεύτηκε.

Το (πλήρες) επίδομα ορφανού αποτελείται από το βασικό επίδομα και το συμπληρωματικό επίδομα: το εβδομαδιαίο βασικό επίδομα ισούται με το 40% των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε ορφανό και το εβδομαδιαίο συμπληρωματικό επίδομα ισούται με το 50% της συμπληρωματικής σύνταξης χηρείας που καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί στην περίπτωση ενός ορφανού και 100% στην περίπτωση δύο ή και περισσότερων ορφανών τέκνων. Το εβδομαδιαίο (μισό) επίδομα ορφανού, ισούται με το 20% των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε ορφανό και είναι πληρωτέα έως τρία ορφανά.

Το επίδομα ορφανών καταβάλλεται μέχρι την ηλικία των 15 ετών (23 έτη για τις φοιτήτριες πλήρους φοίτησης και 25 έτη για τους φοιτητές πλήρους φοίτησης ή σε στρατιωτική υπηρεσία, δεν υπάρχει όριο ηλικίας για άτομα με ειδικές ανάγκες). Ένα εφάπαξ ποσό έως ενός έτους καταβάλλεται σε ένα ορφανό στη λήξη του δικαιώματος του/της, εκτός από τον θάνατο, πριν από την ηλικία των 17 ετών.

Το επίδομα κηδείας καταβάλλεται εάν ο θανών λάμβανε σύνταξη γήρατος, αναπηρίας, συζύγου ή ορφανού παιδιού, ή πέθανε λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, ή ήταν ασφαλισμένος για τουλάχιστον 26 εβδομάδων και έχουν καταβληθεί εισφορές ασφαλιστέων αποδοχών κάλυψης τουλάχιστον 26 φορές οι εβδομαδιαίες βασικές ασφαλιστέες αποδοχές και έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί εισφορές  επί των αποδοχών κατά το προηγούμενο έτος τουλάχιστον 20 φορές οι εβδομαδιαίες ασφαλιστέες αποδοχές. Ένα εφάπαξ ποσό €507,81 (5,6% των ετήσιων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών) καταβάλλεται όταν ο ασφαλισμένος ή ο συνταξιούχος πεθαίνει. Το επίδομα κηδείας μειώνεται κατά το ήμισυ σε περίπτωση θανάτου ενός προστατευόμενου μέλους του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου.

Πηγές: Νόμος Κοινωνικής Ασφάλισης του 2010 (59(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε

Επίδομα αναπηρίας

Το επίδομα αναπηρίας στην Κύπρο είναι εγγυημένο βάσει του Νόμου Κοινωνικής Ασφάλισης. Η σύνταξη αναπηρίας καταβάλλεται στα πρόσωπα που έχουν καταστεί ανίκανα για εργασία για 156 τουλάχιστον ημέρες και αναμένεται να παραμείνουν μόνιμα ανίκανα για εργασία, δηλαδή, δεν είναι σε θέση να κερδίσουν (από εργασία που αναμένεται να εκτελέσουν) περισσότερα από το 1/3 του ποσού που κερδίζει συνήθως ένα υγιές άτομο του ιδίου επαγγέλματος ή κατηγορίας και εκπαίδευσης στην ίδια περιοχή (στην περίπτωση προσώπων μεταξύ 60 και 63 ετών, αν ένα άτομο δεν μπορεί να κερδίσει περισσότερα από το 1/2 του προαναφερθέντος ποσού) .

Το επίδομα αναπηρίας καταβάλλεται λόγω απώλειας της ικανότητας για εργασία τουλάχιστον κατά 50%. Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει τουλάχιστον τρία έτη (156 εβδομάδες) κάλυψης, να έχει καταβάλλει εισφορές επί των αποδοχών τουλάχιστον 156 φορές τις εβδομαδιαίες βασικές αποδοχές και εισφορές που έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί κατά τουλάχιστον 25% για τα έτη από 5 Οκτωβρίου 1964 ή 7 Ιανουαρίου 1957 (όποιο προσφέρει μεγαλύτερο όφελος), ή ηλικία 16 ετών την εβδομάδα πριν από την έναρξη της αναπηρίας. Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει αποδοχές και εισφορές που έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί κατά το έτος πριν την έναρξη της αναπηρίας ή ο μέσος όρος των εισφορών κατά τα τελευταία δύο χρόνια δεν είναι μικρότερος από 20 φορές το ποσό των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.

Η σύνταξη αναπηρίας αποτελείται από ένα βασικό επίδομα και ένα συμπληρωματικό επίδομα που υπολογίζεται σε εβδομαδιαία βάση. Η πλήρης σύνταξη αναπηρίας καταβάλλεται σε περίπτωση απώλειας της ικανότητας για εργασία σε ποσοστό 100%. Το εβδομαδιαίο βασικό επίδομα ισούται με το 60% του μέσου όρου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Με την ενσωμάτωση του συμπληρώματος προστατευόμενων μελών, το βασικό επίδομα αυξάνεται σε 80%, 90% και 100% για ένα, δύο ή τρία προστατευόμενα μέλη αντίστοιχα (κατ’ ανώτατο όριο τρία προστατευόμενα μέλη). Μία σύζυγος θεωρείται προστατευόμενο μέλος εάν ζει μαζί ή συντηρείται από τον ασφαλισμένο και δεν λαμβάνει σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ούτε ασκεί βιοποριστική εργασία. Ένας σύζυγος θεωρείται προστατευόμενο μέλος μόνο εάν είναι ανίκανος να συντηρήσει τον εαυτό του. Η εβδομαδιαία συμπληρωματική σύνταξη είναι το 1,5% των εβδομαδιαίων βασικών αποδοχών κάλυψης καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του ασφαλισμένου έως τις μέγιστες εβδομαδιαίες αποδοχές κάλυψης. Το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών είναι σήμερα €174,38. Το μέγιστο ποσό των αποδοχών κάλυψης είναι €1.046.

Υπάρχει πρόβλεψη για μερική σύνταξη αναπηρίας για ποσοστό αναπηρίας μεταξύ 50-99%. Η σύνταξη αναπηρίας ανέρχεται στο 60% της πλήρους σύνταξης για απώλεια της ικανότητας βιοπορισμού σε ποσοστό 50 έως 66,6%, 75% της πλήρους σύνταξης για απώλεια της ικανότητας βιοπορισμού σε ποσοστό 66,67% -75% και το 85% της πλήρους σύνταξης για απώλεια της ικανότητας βιοπορισμού σε ποσοστό 76%-99%.

Πηγές: Νόμος Κοινωνικής Ασφάλισης του 2010 (59(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε

Οι κανονισμοί για την κοινωνική ασφάλιση

  • Νόμου περί Κοινωνικής Ασφάλισης του 2010 (59(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε / The Social Security Act of 2010 (59(I)/2010), as amended
loading...
Loading...